Κάθε γεγονός που η επικαιρότητα ή η Ιστορία αποκαλεί πολιτικό έχει αναπόφευκτα και μια πλευρά ανθρώπινη. Η συγκεκριμένη, υπερβολικά γενική έστω, παραδοχή θα διευκόλυνε πολύ την μακρόχρονη θεωρητική διαμάχη γύρω από την έννοια και τα χαρακτηριστικά του πολιτικού σινεμά. Το τελευταίο ασχολείται (ευνοϊκά ή μη) με ιδεολογίες και δεν υπεισέρχεται στην προσωπική ζωή των εμπλεκομένων ανθρώπων καθώς τα ονόματα δεν (θα έπρεπε να) ενδιαφέρουν - με μια μικρή επιφύλαξη για τα τελευταία λεπτά του, το πρόσφατο Hunger του Steve McQueen αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα πολιτικού κινηματογράφου. Συνεπώς, το πολιτικό θέμα αποτελεί όρο αναγκαίο αλλά όχι επαρκή για να μια πολιτική ταινία, καθώς κάλλιστα η προσέγγισή του μπορεί να γίνει σε ένα ανθρώπινο επίπεδο. Το ατόπημα στο οποίο υποπίπτει το Nothing But The Truth (και πολλές ακόμα παρόμοιες ταινίες) είναι ότι αποφεύγει να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο ύφος και προσπαθεί να χωρέσει σε εκατό λεπτά τόσο το ανθρώπινο δράμα όσο και το πολιτικό σχόλιο με αποτέλεσμα την αναπόφευκτη αλληλοεξουδετέρωσή τους. Η έλλειψη μιας ξεκάθαρης επιλογής (μια ατολμία αυθεντικά πολιτική εκ μέρους του σκηνοθέτη) υποβιβάζει το φιλμ στο εύπεπτο είδος του «πολιτικού θρίλερ» ακολουθώντας γνώριμες αφηγηματικές συμβάσεις, τις οποίες άλλωστε ο Lurie τις γνωρίζει καλά από την εποχή του The Contender (2000). Και αν η αποκάλυψη του φινάλε μειώνει άθελά της τη σοβαρότητα του όλου εγχειρήματος, οφείλουμε ωστόσο να αναγνωρίσουμε την τιμιότητα ενός φιλμ το οποίο δε διστάζει να θέσει καίρια ερωτήματα για την πολιτική των ΗΠΑ και να καταρρίψει τον μύθο της αμερικανικής δημοκρατίας – εκείνης που το σινεμά μας έμαθε ότι δικαιώνει πάντοτε τους αθώους και τιμωρεί τους ενόχους. Σε κάθε περίπτωση, οι ερμηνείες του αξιόλογου cast, από τον κορυφαίο Alan Alda ως τους εξαιρετικούς Matt Dillon και Vera Farmiga, αποζημιώνουν τον θεατή και, σε ορισμένες σκηνές, είναι αρκετές για να εξουδετερώσουν τις όποιες ενστάσεις του.
Ο Βρετανός JoeWright αποτελεί ένα από τα πλέον ανερχόμενα ονόματα στην κινηματογραφική βιομηχανία. Ωστόσο, οι υποψίες που γεννήθηκαν με τα Pride & Prejudiceκαι Atonementδυστυχώς επιβεβαιώνονται με την τρίτη του μεγάλου μήκους προσπάθεια. Αβέβαιο στις προθέσεις του και άνισο ως προς το χειρισμό των υλικών του, το TheSoloist φαντάζει εξαρχής καταδικασμένο σε μια μετριότητα που αποτυγχάνει τόσο να λειτουργήσει ως σχόλιο κοινωνικής ή υπαρξιακής φύσεως όσο και να συγκινήσει το πλατύ κοινό (δεν είναι τυχαία η έξοδος της ταινίας στις αμερικανικές αίθουσες Απρίλη μήνα προς απογοήτευση των οσκαρικών προσδοκιών του σκηνοθέτη και των λοιπών συντελεστών). Ο αρθογράφος των LATimes, SteveLopez (RobertDowneyJr.), βρίσκεται σε εναγώνια αναζήτηση θέματος, το οποίο τελικά θα εντοπίσει στην ιστορία του NathanielAyers (JamieFoxx), ενός άστεγου που συναντά τυχαία στο δρόμο και που αποκαλύπτεται ως μια παραστρατημένη μουσική ιδιοφυία. Σε πρώτο επίπεδο, το φιλμ επικεντρώνεται στη σχέση των δύο αντρών που εξελίσσεται από μονόπλευρη εκμετάλλευση σε αμοιβαία εξάρτηση και τελικά σε μια βαθιά φιλία. Οι δύο ηθοποιοί κάνουν αξιόλογη δουλειά, αλλά δυστυχώς αποτελούν την μοναδική πηγή θέρμης σε μια αφόρητα άνευρη ταινία. Αν ο μεγαλοϊδεατισμός του Wrightπεριόρισε τις προηγούμενες δουλειές του (στο είδος, μάλιστα, του δράματος εποχής) σε ένα άψυχο αποτέλεσμα, είναι εύκολο να συμπεράνει κανείς πού αποτυγχάνει στο TheSoloist, ένα σύγχρονο αστικό δράμα. Η ιστορία του προσφέρει απλόχερα (τουλάχιστον) δύο πολύ ενδιαφέροντα θέματα προς εξερεύνηση, το πρόβλημα των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων σε μια μοντέρνα μεγαλούπολη με το συνεπακόλουθο φαινόμενο των ολοένα και περισσότερων αστέγων και την μελέτη πάνω στο ψυχισμό και τη δουλειά μιας ιδιοφυίας και τα λεπτά όρια που την χωρίζουν από την τρέλα. Ο Wrightπαραπατά ανάμεσά τους, διατείνεται πως καταπιάνεται με αμφότερα, πάντοτε όμως με μια ματιά γυαλιστερή και επιφανειακή και, τελικά, καταφεύγει στους γνώριμους του άκαιρους σκηνοθετικούς εντυπωσιασμούς (ας θυμηθούμε και το μονοπλάνο της οσκαρικής Εξιλέωσης) για να πείσει πως πρόκειται για έναν γνήσιο οραματιστή. Υποψιάζομαι πως θα έχει ακόμα πολλές ευκαιρίες για να το πετύχει.
“Don’t you forget, me lad, we clowns are the sons of men. In Copenhagen, once, I had the news of the death of my adored mother, by telegram, the very morning on which I buried my dearly beloved wife who had passed away whilst bringing stillborn into the world the only son that ever sprang from my loins, if “spring” be not too sprightly a word for the way his reluctant meat came skulking out of her womb before she gave up the ghost. All those I loved wiped out at one fell swoop! And still at matinee time in the Tivoli, I tumble in the ring and how the punters bust a gut to see. Seized by inconsolable grief, I cry: “The sky is full of blood!” And they laughed all the more. How droll you are, with the tears on your cheeks! In mufti, in mourning, in some low bar between performances, the jolly barmaid says: “I say, old fellow, what a long face! I know what you need. Go along to the Tivoli and take a look at Buffo the Great. He’ll soon bring your smiles back!”
“The clown may be the source of mirth, but – who shall make the clown laugh?”
“And yet, we possess one privilege, one rare privilege, that makes of our outcast and disregarded state something wonderful, something precious. We can invent our own faces! We make ourselves.”
I have shock. Are you meaning I am nothing to you? That I have no consequence in your world? My face absent in blue water you find only to crush it? Now I am living the dying inside. No. Not again. Not ever. Feathers lifting, I unfold.
Mae, you can have pleasure now because the soles of my feet are hard as cypress.
Don’t be afraid. My telling can’t hurt you in spite of what I have done and I promise to lie quietly in the dark – weeping perhaps or occasionally seeing the blood once more – but I will never again unfold my limbs to rise up and bare teeth. I explain. You can think what I tell you a confession, if you like, but one full of curiosities familiar only in dreams and during those moments when a dog’s profile plays in the steam of a kettle. Or when a corn-husk doll sitting on a shelf is soon splaying in the corner of a room and the wicked of how it got there is plain. Stranger things happen all the time everywhere. You know. I know you know. One question is who is responsible? Another is can you read? If a pea hen refuses to brood I read it quickly and, sure enough, that night I see a minha mae standing hand in hand with her little boy, my shoes jamming the pocket of her apron. Other signs need more time to understand. Often there are too many signs, or a bright omen clouds up too fast. I sort them and try to recall, yet I know I am missing much, like not reading the garden snake crawling up to the door saddle to die. Let me start with what I know for certain.
Φέρνοντας στο σιωπηλό του σύμπαν στοιχεία του φανταστικού (Rivette) και του ονειρικού (Cocteau), ο σημαντικότερος ίσως Γάλλος σκηνοθέτης της μετά-nouvellevagueεποχής αφηγείται μια εμμονοληπτική ιστορία αγάπης και καταγράφει το αδιέξοδο της σύγχρονης γενιάς των εικοσάρηδων/ τριαντάρηδων που δεν έχει ένα ξεκάθαρο πόλεμο για να αφοσιωθεί. Μένει να υποφέρει εσωστρεφώς και να ονομάζει ζωή το συμβιβασμό, σαν τις γκρίζες σκιές που αγκαλιάζουν το ασπρόμαυρα εύθραυστο πρωταγωνιστικό δίδυμο LouisGarrel– LauraSmet.
9. LE SILENCE DE LORNA τωνJean-Pierre καιLuc Dardenne
Χωρίς κανένα συμβιβασμό στη γνωστή νατουραλιστική γραφή τους, οι Dardenneαποφασίζουν να δοκιμάσουν ένα σινεμά πιο αφηγηματικό και ταυτόχρονα να αγγίξουν τα χωράφια του σασπένς, με απόλυτη επιτυχία. Έτσι, και με τη βοήθεια ενός εξόχως συμβολικού φινάλε, αναδεικνύονται μια και καλή στους ποιητές των αδυνάμων και των αφανών – εκείνων που η Ιστορία παρέσυρε στο πέρασμά της αναγκάζοντάς τους σε μια ένοχη σιωπή.
8. FOUR NIGHTS WITH ANNA τουJerzy Skolimowski
Μετά από δεκαεπτά χρόνια απουσίας, το πάλαι ποτέ enfantterribleτου πολωνικού (και ευρωπαϊκού) σινεμά επιστρέφει με μια μικρή ερωτική ιστορία για τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για επαφή. Εναλλάσσοντας κινηματογραφικά είδη με απρόβλεπτη εξέλιξη και συνδέοντας σε λιγότερο από ενενήντα λεπτά το σινεμά του Polanskiμε εκείνο του Kieslowski, ο Skolimowskiγράφει ένα σκληρό μα ρομαντικό ποίημα για τη μοναξιά και την αξεπέραστη δυαδικότητα των ανθρώπων.
7. HUNGER τουSteve McQueen
Δεν είναι καθόλου εύκολο να κάνεις «πολιτικό» σινεμά. Είναι ακόμα δυσκολότερο να γυρίζεις πολιτικά ταινίες. Ο McQueenτο καταφέρνει από το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του. Δεν ηρωοποιεί ανθρώπους, αναδεικνύει και δικαιώνει επιλογές. Με φόρμα λιτή, γλώσσα αληθινή και έναν πρωταγωνιστή (Fassbender) σαν το καλύτερο «μοντέλο» που ο Bressonδεν είχε ποτέ.
6. THE WRESTLER του Darren Aronofsky
Εκκινώντας από όλα τα κλισέ και τις συμβάσεις του αμερικανικού σινεμά (ως καθρέφτης του περίφημου americandream) και χρησιμοποιώντας τη φόρμα ενός σκληρού και απέριττου δράματος ευρωπαϊκών καταβολών, ο ευφυής Aronofskyπαραθέτει μια συγκινητική παραβολή για το δυσνόητο της σύγχρονης, πολυκωδικής καθημερινότητας. Στο επίκεντρο ένας συνταρακτικός MickeyRourkeστο ερμηνευτικό άθλο του να αντιμετωπίζεις τα προσωπικά σου λάθη σε κάθε μελανιά και κάθε σημάδι του ήρωά σου.
5. VICKY CRISTINA BARCELONA τουWoody Allen
Σε πείσμα των κακόβουλων επικριτών του, η φιλμογραφία του Woodyδεν παρουσίασε ποτέ κοιλιά και η ποιότητα των ταινιών του παραμένει πάντα υψηλή. Η αλήθεια είναι όμως ότι πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια για να παραδώσει ένα φιλμ τόσο φρέσκο και τόσο ξεσηκωτικό όσο το VickyCristinaBarcelona– έναν ύμνο σε εκείνους που αρνούνται τα βολικά προσωπεία και ζουν παθιασμένα κάθε στιγμή σα να ήταν η τελευταία.
4. GOMORRA τουMatteo Garrone
Πέντε ιστορίες σκληρές και κυνικές, με ήρωες ανθρώπους κάθε ηλικίας, ζωγραφίζουν το πορτρέτο της Camorraκαι μαζί ολόκληρου του ιταλικού νότου που βυθίζεται στη βία, τη διαφθορά και τη φτώχεια με μαθηματική ακρίβεια. Ένα φιλμ – καταγγελία, γεμάτο σκηνές ανθολογίας χάρη στην αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη του
3. L’INSTINCT DE MORT / L’ ENNEMI PUBLIC No 1 τουJean-Francois Richet
Αν η ελλειπτική αφήγηση έμοιαζε αναπόφευκτη επιλογή στο χρονικογράφημα του σημαντικότερου Γάλλου γκάνγκστερ της πρόσφατης Ιστορίας, ο Richetδεν αποφεύγει απλώς τις παγίδες της, αλλά αριστεύει σκηνοθετώντας χωρίς ανάσα, από το ασταμάτητο μοντάζ του πρώτου μισού μέχρι το σοφό χαμήλωμα των ρυθμών στο φινάλε. Αφήνει τον Casselνα ξεσαλώσει, συμπαθεί τον ήρωά του χωρίς όμως να διστάζει να τον εκθέσει όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο και τελικά παραδίδει ένα σινεφιλικό θρίαμβο που δε χορταίνει να καλύπτει διαρκώς την απόσταση ανάμεσα στο σινεμά του Scorseseκαι εκείνο του Melville.
2. PUBLIC ENEMIES τουMichael Mann
Ελάχιστα πράγματα μπορούν να είναι τόσο συγκινητικά όσο η απόπειρα ενός σκληρού άντρα να γράψει μέσα από την καρδιά του ένα ερωτικό γράμμα. Στη σκοτεινή αίθουσα και στα κρυστάλλινα κάδρα του PublicEnemies, για πρώτη φορά θα ζωντανέψουν όλα τα ρομαντικά όνειρα, εδώ και τώρα. Αυτά είναι που καθιστούν τον (Johnny) Dillingerτου (JohnnyDepp) έναν ήρωα αρχετυπικό που απλά περιμένει το χρόνο για να τον καθίσει στο βάθρο του. Bye - bye blackbird…
1.IL DIVO τουPaolo Sorrentino
Φιλμ – σταθμός στο πολιτικό σινεμά, η ποπ όπερα του βιρτουόζου Sorrentinoαφουγκράστηκε πρώτη απ’ όλους το πολιτικό σκηνικό που αξίζει και παίρνει ο σύγχρονος δυτικός κόσμος. Με την απαιτούμενη ελαφρότητα, καθιστά τον θεατή ένοχο για την εύκολη ικανοποίησή του με άρτο και θέαμα. Και όταν το showτελειώνει, η προσωπογραφία της διαφθοράς (μέσω του Andreottiκαι, κυρίως, μέσα από τη συγκλονιστική σωματική ερμηνεία του ToniServillo) εξακολουθεί να στοιχειώνει ως εγχειρίδιο επιβίωσης στην εξουσία και ως ένα πολύτιμό μάθημα για εκλογείς και εκλεγμένους.
Ακολουθώντας την καλύτερη κινηματογραφική σεζόν εδώ και δεκαετίες (2007-2008), η φετινή χρονιά ξεκινούσε αναγκαστικά με χαμηλότερες προσδοκίες για να παραδώσει τελικά μια σοδειά ταινιών ικανή να φέρει το χαμόγελο σε κάθε απαιτητικό σινεφίλ.
20. THE BROTHERS BLOOM τουRian Johnson
Η ζωή σαν μια σκηνοθετημένη παράσταση, η ζωή σαν το σινεμά. Στη δεύτερη δημιουργία του, ο σκηνοθέτης – αποκάλυψη του Brickστήνει ένα ξέφρενο και άκρως διασκεδαστικό παιχνίδι ανάμεσα στα είδη και βάζοντας την εκπληκτική ερμηνευτική του τριάδα (Brody-Ruffalo-Weisz) να γυρίζει την υφήλιο, διακηρύσσει με τον πιο συγκινητικό τρόπο την αγάπη και την πίστη του στην Τέχνη του.
19. L’ EMPREINTE DE L’ ANGE τουSafy Nebbou
Με μια κινηματογράφηση λιτή και άμεση, ο Nebbouχτίζει μεθοδικά την ατμόσφαιρα ενός ψυχολογικού θρίλερ στο εσωτερικό του οποίου κρύβεται μια ήρεμη σπουδή πάνω στην απώλεια. Η ερμηνευτική σύγκρουση των CatherineFrotκαι SandrineBonnaireκορυφώνεται σταθερά και απογειώνεται σε μια σκηνή – φόρο τιμής στον Χίτσκοκ από έναν σκηνοθέτη σε απόλυτο έλεγχο των υλικών του.
18. O’ HORTEN τουBent Hammer
Ο δημιουργός του KitchenStoriesκαι του Factotum επιμένει στις coolκαι ράθυμες ιστορίες που ξεκινούν από τα απλά και καθημερινά για να απογειωθούν σε έναν ονειρικό παροξυσμό ικανό να μαγέψει τον κάθε θεατή. Αν το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση έχει κινηματογραφηθεί χιλιάδες φορές, εκείνο από την ενεργό δράση στη μετά-συνταξιοδοτική ζωή προσεγγίζεται πρώτη φορά με όρους σουρεαλιστικούς και μέσα από το χωρίς εξάρσεις αλλά μαγνητικό βλέμμα του πρωταγωνιστή BaardOwe.
17. THE VISITOR τουThomas McCarthy
Χαμηλότονο όσο και απρόβλεπτο στην εξέλιξή του, το συγκινητικό δράμα του McCarthyστηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στους ώμους του εκπληκτικού RichardJenkinsκαι στους άξιους ερμηνευτές που τον πλαισιώνουν. Επικεντρώνοντας στον άνθρωπο, τα διλήμματα και τις δύσκολες επιλογές στις οποίες καλείται θέλοντας και μη στη νέα εποχή της τρομολαγνείας, της ξενοφοβίας και της απομόνωσης, το TheVisitorθέτει τα πλέον καίρια ερωτήματα αποφεύγοντας με άνεση το διδακτισμό.
16. TWO LOVERS τουJames Gray
Το TwoLoversείναι ένα συναισθηματικό θρίλερ, μαύρο, σκοτεινό και βουβό όπως το δωμάτιο μας τις μοναχικές νύχτες. Η κάμερα του Grayακολουθεί πιστά την ευαίσθητη μα εκρηκτική ερμηνεία του JoaquinPhoenix, μέχρι το συνταρακτικό φινάλε της μεγάλης αποκάλυψης: οι περισσότεροι από εμάς δε θα ζήσουμε τα όνειρά μας, θα συμβιβαστούμε για να επιβιώσουμε.
15. IN LOVE WE TRUST τουXiaoshuai Wang
Σημείο συνάντησης ανάμεσα στον αστικό ρεαλισμό και το μελόδραμα, το φιλμ ενός εκ των βασικότερων εκπροσώπων της έκτης γενιάς σκηνοθετών της Κίνας αποτελεί στην πραγματικότητα μια σοφή αλληγορία για την ίδια τη χώρα του. Με συμβολιστική διάθεση που δε βαραίνει ούτε στιγμή την αφήγηση, ο Wang υπογραμμίζει την ανάγκη στροφής προς το παρελθόν και την Ιστορία της Κίνας που γκρεμίζεται σε ταχύτητες ανεξέλεγκτες, παρασυρόμενη από το "οικονομικό θαύμα" και την ηχηρή άφιξη του καπιταλισμού.
14. YOUTH WITHOUT YOUTH τουFrancis Ford Coppola
Η επιστροφή του σπουδαίου σκηνοθέτη μοιάζει απόρροια της επιτακτικής ανάγκης του για ένα στήριγμα στην μάχη απέναντι στο χρόνο. Με την πειραματική διάθεση ενός πρωτάρη και τη στιλιστική σιγουριά βετεράνου, ο Coppolaπροσφέρει ένα εγκεφαλικό, βαθιά φιλοσοφημένο δράμα για τη φθορά, τη μνήμη και τον έρωτα. Στην καλά κρυμμένη (πίσω από ένα δαιδαλώδες σενάριο) καρδιά του, κρύβεται μια συγκινητική ερωτική ιστορία για την απόγνωση δύο ανθρώπων που τρέχουν σε διαφορετικούς χρόνους και για το δίλημμα-ίδιον ενός οραματιστή καλλιτέχνη- ανάμεσα στην αγάπη και τη δημιουργία.
13. ENTRE LES MURS του Laurent Cantet
Μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας σχολικής τάξης, φιλοξενούνται καθημερινά ηλικιακές και φυλετικές μάχες. Η μόρφωση και η αναζήτηση της (όποιας) γνώσης αποτελεί ένα λαβύρινθο που δύσκολα μπορεί να αποκωδικοποιηθεί, αλλά η κάμερα του Cantetβρίσκεται εκεί για να καταγράψει με αφοπλιστική ειλικρίνεια και με τους όρους ενός «σύγχρονου» νεορεαλισμού την ώσμωση των πρώτων υλών που συνθέτουν τις σημερινές (και αυριανές) πολυπολιτισμικές κοινωνίες.
12. UN CONTE DE NOEL τουArnaud Desplechin
Αν το LesInvasionsBarbaresσυναντούσε το TheRoyalTenenbaumsκαι ο RobertAltmanτον WoodyAllen, το αποτέλεσμα θα έμοιαζε σίγουρα με αυτήν την εξωφρενική μαύρη κωμωδία. Σε πείσμα του παραπλανητικού του τίτλου, δεν πρόκειται για το τυπικό οικογενειακό φιλμ των Χριστουγέννων, αλλά μία κατά μέτωπο γελοιοποίηση του μεγαλύτερου, ίσως, φόβου μας, του θανάτου. Πρωταγωνιστεί σύσσωμη η πρώτη γραμμή των ερμηνευτών της Γαλλίας και ξεχωρίζει ο MathieuAmalric
11. CARGO 200 του Aleksey Balabanov
Το πλέον σοκαριστικό φιλμ της χρονιάς αγγίζει τα όρια του horror, αλλά η διαρκώς υποβόσκουσα ειρωνεία του Balabanov το αναδεικνύει ως μια διεστραμμένη και κατάμαυρη πολιτική σάτιρα. Η Σοβιετική Ένωση στα μέσα της δεκαετίας του ’80 (όπως η Αμερική της ίδιας περιόδου στο περσινό NoCountryForOldMen) σκιαγραφείται σαν μια κοινωνία ζωντανών νεκρών, καταδικασμένων στην αποξένωση, την απάθεια και παραδομένων στο απροσδιόριστο Κακό που μοιάζει να έρχεται εκ των έσω.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί κριτική της νέας ταινίας του πρώην (;) τρομερού παιδιού του αμερικανικού σινεμά. Όχι τόσο γιατί είναι εξαιρετικά πρόσφατη η προβολή (πριν ελάχιστες ώρες) και δεν έχει περάσει ο «απαραίτητος» χρόνος, αλλά επειδή βρίσκω άκομψο να προσεγγίσω με αυτόν τον τρόπο ένα ερωτικό γράμμα. Από το Reservoir Dogs κιόλας, δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια πριν, ο Tarantino ήταν ξεκάθαρος στις προθέσεις του. Αν οι ταινίες του διακρίνονται από μία σταθερά, αυτή είναι η αυτογνωσία τους. Εξελίσσονται μέσα σε ένα σύμπαν αδιαμφισβήτητα φιλμικό και λειτουργούν, πριν και πάνω απ’ όλα, ως ένα παιχνίδι ασταμάτητων αναφορών και μιας απενεχοποιημένα διασκεδαστικής σινεφιλίας. Το μυστικό της επιτυχίας του θα μπορούσε να αναζητηθεί στην ειλικρίνεια ενός σκηνοθέτη που λατρεύει υπερβολικά το σινεμά και αδυνατεί να το κρύψει. Τα φιλμ του μας υπενθυμίζουν διαρκώς την τεχνητή τους φύση, με την συνεπαγόμενη υπόμνηση της ύπαρξης ενός δημιουργού αλλά και της θέσης μας ως θεατών. Και προκειμένου να πείσει και άλλους να μοιραστούν τα πάθη του, επιλέγει να χρησιμοποιήσει για πρώτη ύλη το λόγο. Δηλαδή το σενάριο, πάντα άκρως διαλογικό, και δομημένο με τις αρχές ενός μυθιστορήματος. Τα παραπάνω ισχύουν για όλες ανεξαιρέτως τις ταινίες του Tarantino. Περισσότερο, όμως, ισχύουν για το Inglourious Basterds. Εδώ ο έρωτάς του με την Τέχνη που υπηρετεί γνωρίζει την απογείωσή του. Σε μια σεκάνς ανάμεσα στην Melanie Laurent και τον Daniel Bruhl, που πιθανότατα αποτελεί την κορύφωση του (μέχρι στιγμής) ταραντινικού έργου, ο κινηματογράφος αποθεώνεται ως μέσο αθανασίας, ως όργανο αφύπνισης και, χάρη στην ταυτόχρονη σοφή αποστασιοποίηση του Quentin, ως μηχανή παραγωγής ψευδαισθήσεων (ονείρων). Μέσα στα λίγα αλλά αξέχαστα λεπτά αυτής της σκηνής, αναδεικνύεται ένας ώριμος Tarantino, σε μια οπερατικής εκτέλεσης εξομολόγηση της ανάγκης εκείνης που τον ώθησε εξαρχής στη σκηνοθετική καρέκλα. Σε όλη την υπόλοιπη ταινία κυριαρχεί η δύναμη του λόγου. Ο Tarantino συνεχίζει να γοητεύει με τους κοφτερούς του διαλόγους, αυτή τη φορά όμως προχωράει παραπέρα. Γρήγορα αντιλαμβάνεται ο θεατής ότι η πολυγλωσσία των χαρακτήρων εξυψώνεται από στοιχείο φορμαλιστικό, σε βασικό προβληματισμό του φιλμ. Αξίζει να επαινεθεί το θάρρος ενός δημιουργού - pop ειδώλου στην Αμερική, να φτιάξει μια ταινία που, στο μεγαλύτερο μέρος της, οι συμπατριώτες του θα χρειαστούν υπότιτλους. Και αν στο φινάλε του Kill Bill εντυπωσίαζε το γεγονός πως η πολυαναμενόμενη τελική μονομαχία είναι ένας σαραντάλεπτος διάλογος, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πολεμικό φιλμ που συντίθεται σχεδόν αποκλειστικά από λεκτικά πυρά.
Χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια, το Inglourious Basterds παρουσιάζει μια σημαντική διαφορά, και ενδεχομένως ένα βασικό μειονέκτημα, σε σχέση με τα προηγούμενα έργα του Quentin. Τα εκατόν πενήντα λεπτά του δεν κυλούν σα νερό, αλλά κάνουν αισθητή τη διάρκειά τους στον θεατή – και αυτός πιστεύω θα είναι ο βασικός παράγοντας που οι Μπάστερδοι θα απογοητεύσουν τους περισσότερους. Ωστόσο, σε μια προσεχτικότερη εξέταση (που ίσως θα γίνει πιο εφικτή σε επαναληπτικές προβολές), το εγχείρημα του Tarantino μοιάζει αξιέπαινο και σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον. Αναφέρομαι κυρίως στο τέταρτο κεφάλαιο, το οποίο στήνεται εξ ολοκλήρου σε ένα μικρό εστιατόριο και θυμίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό θεατρικό μονόπρακτο. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι σε αυτό το κομμάτι που διαδραματίζεται σε έναν μικρό, κλειστό χώρο, ο Tarantino διαλέγει να ακινητοποιήσει την κάμερά του, η οποία ως εκείνη τη στιγμή ξεσάλωνε με τη γνώριμη για τον σκηνοθέτη βιρτουοζιτέ. Αποτέλεσμα είναι να εντείνεται η θεατρικότητα της σκηνής και, δυστυχώς, να αφήνει την εντύπωση ότι πλατειάζει άσκοπα. Ωστόσο, αποτελεί από μόνο του ένα φορμαλιστικό αξιοπερίεργο, έναν παράτολμο πειραματισμό του Tarantino που χρήζει περαιτέρω μελέτης. Και αν συνολικά το έργο μοιάζει να πλήττεται από έλλειψη αφηγηματικής οικονομίας, το τελικό αποτέλεσμα σώζει ο μαεστρικός έλεγχος των ρυθμών από έναν αφηγητή – γνήσιο απόγονο του Howard Hawks. Έξυπνα θα επιλέξει να ξεκινήσει το φιλμ με ένα κεφάλαιο αργόσυρτο. λιτό αλλά επικό, για να κλείσει με το πιο διασκεδαστικό, γεμάτο και σε στιγμές ξεκαρδιστικό μέχρι δακρύων. Και για το τέλος, έμεινε το καλύτερο: το όνομα αυτού Christoph Waltz. Αριστοκρατικός και άνετος, μα πάνω απ’ όλα απολαυστικός, ο Αυστριακός ηθοποιός απογειώνει την ταινία πλάθοντας έναν χαρακτήρα που θα μνημονεύεται μέσα στα χρόνια. Ο Hans Landa είναι ο «κακός» που δε χορταίνεις να βλέπεις, έτσι όπως τον σκιαγραφεί λεπτοδουλεμένα ο Waltz, σε μια από τις πιο δίκαιες βραβεύσεις στην ιστορία των Καννών. Αναδεικνύεται εύκολα ως ο καλύτερος από ένα σύνολο εξαιρετικών ερμηνειών, με μια επιφύλαξη για τις σφιγμένες παρουσίες της Laurent και της Kruger που πάντως δεν απογοητεύουν. Όσο για τον Brad Pitt, οι ανορθόδοξες επιλογές του στο ρόλο του λοχαγού Aldo Raine πετυχαίνουν διάνα και εναρμονίζονται πλήρως με το σκηνοθετικό ύφος της ταινίας. Αργό αλλά χορταστικό, τόσο όμοιο αλλά και τόσο διαφορετικό από το υπόλοιπο ταραντινικό έργο, το Inglourious Basterds είναι ένα σπουδαίο φιλμ που μάλλον θα θριαμβεύσει στη μάχη με το χρόνο.
Η διαμάχη ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα, ανάμεσα στον υλικό κόσμο και σε ό,τι περιβάλλει αυτόν, ελάχιστες φορές προσεγγίστηκε τόσο εμπνευσμένα όσο από τα διδάγματα της χριστιανικής φιλοσοφίας. Η δυαδική φύση του Χριστού,αυτός ο εξαιρετικός μύθος του Θεανθρώπου ποτέ δεν έγινε ολοκληρωτικά κατανοητός από τους πιστούς της θρησκείας, οι οποίοι αδιαφόρησαν για τον άνθρωπο Ιησού και επικεντρώθηκαν στις θείες …λειτουργίες που εξυπηρετούν καλύτερα την αντιμετώπιση της άγνοιας και του τρόμου που αυτή προκαλεί. Ευτυχώς υπήρξε ο Καζαντζάκης και, μετά από αυτόν, ο Scorsese, δύο δημιουργοί που όχι απλώς δε φοβήθηκαν να ασχοληθούν με το ανθρώπινο σώμα (και πνεύμα) του Χριστού, αλλά το ένιωσαν ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και του έργου τους. Από τη βαρύνουσας σημασίας επιλογή του WillemDafoeστον πρωταγωνιστικό ρόλο μέχρι την ντελιριακά σκηνοθετημένη σεκάνς του πειρασμού, το παρεξηγημένο αριστούργημα του Martinείναι πάνω απ’ όλα μια ταινία που «έπρεπε» να κάνει.
9. THE DEPARTED (2006)
Αν και ο Πληροφοριοδότης ξεχωρίζει ως η μοναδική ταινία του σκηνοθέτη που στηρίζεται σε μία πλοκή (και μάλιστα ευφυέστατη, δανεισμένη από τα InfernalAffairs), δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτή αποτελεί απλώς την αφορμή. Στο επίκεντρο τίθεται πάλι ο άντρας, η βίαιη ανατροφή του και οι επιλογές εκείνες που φέρνουν τη ζωή του μονίμως στην κόψη του ξυραφιού. Ιδανικά και αρχές που έχουν προ πολλού χάσει το όποιο νόημά τους γίνονται το χώμα πάνω στο οποία οι αρουραίοι θα σύρουν τα πτώματα των αποχωρησάντων. Το ψέμα, η καχυποψία και ο φόβος θα γίνουν καθημερινότητα για τον Billyκαι τον Colin – οι δύο όψεις του (ενός) σκορσεζικού ήρωα. Χωρίζονται από την τραγική μοίρα για να ενωθούν μέσα από τις επιλογές τους στο αιματηρά λυτρωτικό φινάλε.
8. THE AGE OF INNOCENCE (1993)
Κορυφαίος όλων στο συνεχιζόμενο σκορσεζικό μαρτυρολόγιο, ο NewlandArcherθα κάνει τις λάθος επιλογές στις πιο κρίσιμες στιγμές. Θα παραδοθεί σε μια ζωή μακριά από όσα αγάπησε και τα άφησε να φύγουν και, ταυτόχρονα, χωρίς όσα είχε στην αγκαλιά του και δεν τα αναγνώρισε ποτέ του. Χωρίς να βρίσκει ανακούφιση στα σωματικά τραύματα, όπως ο JakeLaMottaή ο TravisBickle, θα συντριβεί από τη βία της πιο ύπουλης μαφίας για την οποία μίλησε ο Scorsese: της αγκυλωμένης στα στενά φορέματα και τους συντηρητικούς τρόπους νεοϋρκέζικης αριστοκρατίας του 19ου αιώνα. Just say I’m old-fashioned, that will be enough…
7. CASINO (1995)
Πίσω από τη σαγηνευτική λάμψη του Λας Βέγκας, κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος βίας, ναρκωτικών και διαφθοράς. Η αεικίνητη κάμερα του Scorseseφαντάζει ως το μοναδικό μέσο για να συλλάβει κανείς στο βάθος του ένα σύμπαν τόσο επικεντρωμένο στην ιλιγγιώδη επιφάνειά του. Μέσα από μια ανεπανάληπτη ανασύσταση εποχής και ένα σύνολο από εξαιρετικές ερμηνείες, ο Martyθα μιλήσει πάλι για την άνοδο και την πτώση εκείνων που αρνούνται να δεχτούν τον εθισμό τους στην αυτοκαταστροφή. Η τελειότητα σε φόρμα και ουσία ή, με τα λόγια του ίδιου του σκηνοθέτη, οι πιο γρήγορες τρεις ώρες στην ιστορία του σινεμά.
6. THE AVIATOR (2004)
Στον πολυτάραχο βίο του HowardHughes, το πιο λαμπρό τέκνο του καπιταλισμού και συνάμα τη ζωντανή απόδειξη της φενάκης του, ο Scorseseθα βρει τον εαυτό του. Τελειομανής, αυτοκαταστροφικός, εμμονοληπτικός – αυτός είναι ο ήρωας μέσω του οποίου ο μεγάλος Ιταλοαμερικανός σκηνοθέτης θα μιλήσει για την Τέχνη του και θα παραδώσει την πιο προσωπική ταινία της καριέρας του. Από την εντυπωσιακή άνοδο στο γυαλιστερό πρώτο μέρος ως την τραγική πτώση στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής στο δεύτερο μισό, το Aviatorθα κλείσει με τον Hughes (ο εξαιρετικός LeonardoDiCaprio) μπροστά στον καθρέφτη, σε μια σκηνή – υπόμνηση ότι τριάντα και βάλε χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει αλλάξει στο σκορσεζικό σύμπαν.
5. LIFE LESSONS (1989)
Το πρώτο και καλύτερο κομμάτι του τριμερούς NewYorkStories(τα επόμενα δύο φέρουν την υπογραφή του FrancisFordCoppolaκαι του WoodyAllen), επικεντρώνεται στον βασανισμένο αλλά διάσημο ζωγράφο LionelDobie(NickNolte) καθώς προσπαθεί να βρει έμπνευση και κίνητρο στο έργο του. Η καταστροφική σχέση του με τη μαθητευόμενή του (RosannaArquette) έχει ξεφύγει από τον έρωτα, για να γίνει μια σοφή μελέτη πάνω στις σχέσεις εξουσίας και στην ανάγκη μας να βρίσκουμε την αγάπη ακόμα και σε μέρη που έχει προ πολλού χαθεί. Και καθώς η κάμερα του Scorseseξεσαλώνει παρακολουθώντας τον Dobieνα απλώνει χρώματα στον καμβά, νιώθουμε τυχεροί που είμαστε καλεσμένοι σε ένα πρώτης τάξεως μάθημα για το τι σημαίνει πραγματικός καλλιτέχνης. It's art. You give it up, you were never an artist in the first place.
4. TAXI DRIVER (1976)
Μέσα από τις νυχτερινές βόλτες με οδηγό τον ταξιτζή Travis και τον τραγικό ρεαλισμό της κάμερας του Martin, η αστική αποξένωση εικονογραφείται με τον πιο εφιαλτικό και μοναχικό (όπως ακριβώς της ταιριάζει) τρόπο. Η δυσωδία των δρόμων διαπερνάει την οθόνη, μαζί και οι αποκρουστικές φιγούρες πλασμάτων σε μια ακαθόριστη πτωτική πορεία. Σε μια ηλεκτρισμένη ερμηνεία, ο DeNiroσκιαγραφεί τον (ίσως) πιο πολύπλοκο κινηματογραφικό ήρωα, προϊόν της εποχής του (η αμφισβήτηση, η ψύχωση της πολιτικής δολοφονίας), αλλά και διαχρονικών κακώς κειμένων (η εύκολη και πρόσκαιρη ηρωοποίηση / διασημότητα). Και αν το σενάριο ακροβατεί σε πολιτικά επικίνδυνα μονοπάτια, η λεπτή μα σοφή σκηνοθεσία του Scorsese προσφέρει τη λύση.
3. GOODFELLAS (1990)
Το πλέον καθοριστικό αμερικανικό φιλμ για τα 90’sείναι πιθανότατα και η καλύτερη γκανγκστερική ταινία στην Ιστορία. Μάθημα σκηνοθεσίας και αφηγηματικών ρυθμών, η ιστορία της ανόδου και της πτώσεως του HenryHill ακολουθεί υπνωτιστικά το καλύτερο voiceoverπου ακούσατε ποτέ και το ευφάνταστο soundtrackπου δονεί κάθε σκηνή, καθώς εναλλάσσει έξυπνα ύφος ανά δεκαετία (χάρη και στο ανεπανάληπτο μοντάζ της ThelmaSchoonmaker). Από τα μαεστρικά μονοπλάνα μέχρι την καίρια χρήση των jumpcuts, το Goodfellasορίζει την έννοια του σινεμά που δε χορταίνεις να βλέπεις ξανά και ξανά.
2. RAGING BULL (1980)
Η τέταρτη χρονικά συνεργασία ανάμεσα στον DeNiroκαι τον Scorseseδεν έμεινε στην Ιστορία απλώς ως η καλύτερη. Μετά το Οργισμένο Είδωλο, ο πρώτος έπαψε να είναι ένας (απλώς) ηθοποιός και ο δεύτερος ανέβηκε σε δυσθεώρητα ύψη, εκεί που ελάχιστοι - μετρημένοι στα δάχτυλα των δύο χεριών -σκηνοθέτες έχουν καταφέρει να φτάσουν. Η πορεία του JakeLaMotta, ενός αποπροσανατολισμένου ποιητή που βρέθηκε στο ρινγκ για να δώσει τις ίδιες υπαρξιακές μάχες με αυτές που έδινε στο δρόμο και στο σπίτι του, κινηματογραφείται ωμά και απερίγραπτα έντονα σε ένα μαγευτικό ασπρόμαυρο, ικανό να κάνει το θεατή να χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Αυτή τη φορά, η σπαραχτική και, σε στιγμές, άκρως καταθλιπτική πτώση του σκορσεζικού ήρωα, συνοδεύεται από μια ειρωνική λύτρωση ενάντια στα απατηλά κελεύσματα του αμερικανικού ονείρου.
1. MEAN STREETS (1973)
Στους κακόφημους δρόμους που μεγάλωσε ο Scorsese, κυριαρχεί το κόκκινο της ενοχής και της κόλασης. Ο Charlie, ο JohnnyBoyκαι ο Martyγνωρίζουν καλά πως τις αμαρτίες σου τις πληρώνεις εκεί έξω. Εκεί όπου συναντήθηκε ο ιταλικός νεορεαλισμός με το σινεμά του Κασσαβέτη και τον JamesJoyce, γεννήθηκε μια ταινία πρωτόλειας ενέργειας και ανόθευτης ειλικρίνειας. Και καθώς ο DeNiroμπαίνει στο μαγαζί υπό τους ήχους του JumpingJackFlash, η ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου θα άλλαζε μια για πάντα.
Ο Milo είναι ένας επαγγελματίας δολοφόνος που, έπειτα από μια πρωτοφανή για τη φήμη του αποτυχία σε αποστολή, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πόλη και να βρει καταφύγιο σε ένα μικρό χωριό στην Ουαλία. Το περιβάλλον της επαρχίας φέρνει στο προσκήνιο δύο αναμενόμενα μεν, αλλά διασκεδαστικά περιπλεκόμενα δε θέματα. Από την μία, η δυσκολία του ήρωα να έρθει σε επαφή με τον κόσμο. Οι ιδιαιτερότητες του επαγγέλματός του έχουν εκμηδενίσει το χώρο για οποιασδήποτε μορφής προσωπική ζωή και ο ίδιος έχει μετατραπεί σε έναν συνεσταλμένο και εξαιρετικά μοναχικό άνδρα. Από την άλλη, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας που αποκτάει η ζωή στην επαρχία, με τα δεκάδες μικρο-δράματα να μεγεθύνονται σε καθημερινή βάση και με την ανωνυμία να αποτελεί ουτοπία. Το συνεκτικό στοιχείο σε αυτά τα δύο δραματουργικά σχήματα αποτελεί η παρεξήγηση των ντόπιων που, αναμένοντας τον καινούριο φούρναρη, πιστεύουν πως αυτός είναι ο Milo. Γρήγορα όμως πληροφορούνται την πραγματική του ταυτότητα και η σκοτεινή πλευρά της μικρής κοινότητας έρχεται στην επιφάνεια.
Σε αυτή την σεναριακή βάση βρίσκει ο πρωτοεμφανιζόμενος Gareth Lewis το έδαφος για μία μαύρη κωμωδία – αλληγορία για τις ανθρώπινες σχέσεις και τα κοινωνικά προσωπεία που αναπτύσσουμε είτε μένουμε σε μεγαλούπολη είτε στο πιο μικρό χωριό. Χωρίς καμία αξίωση πρωτοτυπίας, αλλά με περίσσιο κέφι, φτιάχνει ένα φιλμ θαυμαστό μες την απλότητά του και σε αρκετές στιγμές ξεκαρδιστικό. Στηρίζεται ιδιαίτερα στους ηθοποιούς του, με μπροστάρη τον μεγαλύτερο αδελφό του, Damian Lewis, γνωστός στο ελληνικό κοινό από τις Νύφες αλλά και αξιομνημόνευτος για την συνταρακτική του ερμηνεία στο Keane του Lodge Kerrigan. Στο ρόλο του Milo αποδεικνύεται η ιδανική επιλογή, αφήνοντας πολύ χώρο στο σωματικό του παίξιμο που με μια φυσική θαρρείς αδεξιότητα ταιριάζει γάντι σε έναν εκτελεστή που βρίσκεται εμφανώς έξω από τα νερά του. Ταυτόχρονα, μια σειρά από δεύτερους χαρακτήρες αποδίδουν με μεγάλη ζωντάνια το ιδιαίτερο χρώμα ενός βρετανικού χωριού και αποτελούν την αφορμή για αρκετές αστείες σκηνές. Υπάρχουν στιγμές που η αφήγηση μοιάζει να προχωράει με τον αυτόματο πιλότο μέχρι το τελικό (ευτυχές) κλείσιμο, ωστόσο η αποκάλυψη των ομοφυλοφιλικών τάσεων του σκληρού δολοφόνου που βρίσκεται στο κατόπι του Milo φαντάζει αρκούντως ανατρεπτική για την επικρατούσα απεικόνιση των γκανγκστερς στην μεγάλη οθόνη. Λιγότερο φιλόδοξο (και λιγότερο καλό) από τον εκλεκτά συγγενικό του In Bruges, δεν παύει ωστόσο να είναι ένα τίμιο φιλμ με γενναίες δόσεις από το πάντα καλοδεχούμενο βρετανικό χιούμορ, ειδικά με μια ιστορία όπου οι αναγωγές στην ελληνική επαρχία έρχονται αυτόματα.
Με την ανακοίνωση της κυκλοφορίας της νέας ταινίας του σημαντικότερου δημιουργού στην ιστορία του σινεμά, η κατάσταση που αφορά την αναμονή για την επόμενη κινηματογραφική σεζόν ξεκαθαρίστηκε μια και καλή: ο Godard και οι άλλοι. Ένα κρουαζιερόπλοιο διασχίζει τη Μεσόγειο. Ένας εγκληματίας πολέμου με την εγγονή του, ένας Γάλλος και ένας Ρώσος αστυνομικός, ένας Παλαιστίνιος πρέσβης, ο Alain Badiou και η Patti Smith είναι μερικοί από τους επιβάτες και δίνουν την αφορμή για διαλόγους σε διαφορετικές γλώσσες και για διαφορετικά θέματα. Η σταθερά που διατρέχει τα πάντα είναι η επίσκεψη σε τοποθεσίες πασίγνωστων μύθων – αρχαίων και πιο πρόσφατων, «αληθινών» ή «ψεύτικων»: Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Ελλάδα, Νάπολη, Βαρκελώνη, Οδησσός. Ο Godard απευθύνθηκε στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου προκειμένου να λάβει την απαιτούμενη άδεια για γυρίσματα στην Επίδαυρο, αλλά οι δαιμόνιοι Έλληνες φορείς απαίτησαν …σενάριο. Φυσικά, ο Γάλλος auteur ποτέ δε δούλεψε με σενάριο και έτσι, όσο το Υπουργείο Πολιτισμού προσπαθούσε να βρει μια φόρμουλα για να διευθετηθεί το γραφειοκρατικό (…) θέμα, ο Godard ήρθε incognito στον Πειραιά για σύντομα γυρίσματα αφήνοντας πίσω την ιδέα της Επιδαύρου.
ΧΡΥΣΟΣ ΦΟΙΝΙΚΑΣ: Das Weisse Band του Michael Haneke
ΜΕΓΑΛΟΒΡΑΒΕΙΟ: Un Prophète τουJacques Audiard
ΒΡΑΒΕΙΟΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ: Kinatay τουBrillante Mendoza
ΒΡΑΒΕΙΟΣΕΝΑΡΙΟΥ: Spring Fever τουLou Ye
ΒΡΑΒΕΙΟΑΝΤΡΙΚΗΣΕΡΜΗΝΕΙΑΣ: Christoph Waltz γιατοInglourious Basterds
ΒΡΑΒΕΙΟΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣΕΡΜΗΝΕΙΑΣ: Charlotte Gainsbourg γιατοAntichrist
ΒΡΑΒΕΙΟΤΗΣΕΠΙΤΡΟΠΗΣ: Fish Tank τηςAndrea Arnold, Thirst τουChan-Wook Park
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ-ΤΕΧΝΙΚΟΒΡΑΒΕΙΟ: Aitor Berenguer γιατοMap of the Sounds of Tokyo τηςIsabel Coixet
Η λήξη του 62ου Φεστιβάλ των Καννών δε θα μπορούσε να είναι πιο συγκινητική. Ό,τι και αν σημαίνει ένα βραβείο στις ημέρες μας, ο Χρυσός Φοίνικας ήρθε να επικυρώσει ένα γεγονός που δύσκολα πλέον μπορεί κάποιος να αρνηθεί. Ο MichaelHanekeείναι ο σπουδαιότερος Ευρωπαίος σκηνοθέτης από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Τόσο απλά.
Αίσθηση προκαλεί η παντελής απουσία του Almodovar, μία αντίδραση θετική από πλευράς της επιτροπής που φέτος έδειξε ότι το μόνο κριτήριο για τις αποφάσεις της ήταν η ποιότητα της ταινίας. Έτσι, το LosAbrazosRotosαποδείχτηκε λίγο, ειδικά μπροστά στο φιλμ του Haneke. Η κολλητή του τελευταίου, IsabelleHuppert, θα του το έδινε ακόμα και αν ήταν σίγουρη ότι θα ακολουθούσε γκρίνια περί μεροληψίας.
Ο JacquesAudiardπανάξια παρέλαβε το Μεγάλο Βραβείο, ενώ είναι παράλειψή μου από τις προβλέψεις μου η βράβευση του Kinatay, καθώς ήταν έντονο το σοκ που προκάλεσε η προβολή του. Η προκλητικότητα τελικά μέτρησε ως κριτήριο και οδήγησε την Gainsbourgστο βραβείο ερμηνείας, ενώ δεν μπορώ να κρύψω τη χαρά μου για τη βράβευση του ChristophWaltzπου αφήνει ένα θετικό μήνυμα για το ταραντινικό έπος.
Τέλος, οι Κάννες βόλεψαν τον Resnais με ένα ειδικό βραβείο για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο, ενώ η ταινία Κυνόδοντας του Γιώργου Λάνθιμου κέρδισε το ανώτερο βραβείο στην κατηγορία Ένα Κάποιο Βλέμμα.
Φτάσαμε αισίως στην τελευταία μέρα του φεστιβάλ και το βράδυ θα ξέρουμε τους νικητές των βραβείων. Συνοπτικά, το 62ο Φεστιβάλ των Καννών χαρακτηρίστηκε από την πρωτοφανή συγκέντρωση μεγάλων ονομάτων, αλλά και την απουσία του μεγάλου αριστουργήματος που θα εμφανιζόταν ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί για το Χρυσό Φοίνικα. Πριν προχωρήσω στις αναλυτικές μου προβλέψεις, παραθέτω τα βασικά κριτήριά τους.
- Πρώτον και ουσιαστικότερο, η ποιότητα των ταινιών. Ένα μεγάλο κινηματογραφικό φεστιβάλ, και ειδικά οι Κάννες, οφείλει να βραβεύει τις καλύτερες ταινίες. Από αυτή την άποψη, προβάδισμα έχει ο Hanekeη ταινία του οποίου ξεχώρισε από το διαγωνιστικό, καθώς και το LookingforEricτου Loachπου απέσπασε θερμότατες κριτικές. Θετικό ήταν συνολικά το κλίμα και για τις ταινίες των Audiard, Arnold, Resnaisκαι Suleiman.
- Φυσικά, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο αντίκτυπος που έχει η κάθε ταινία. Το συγκεκριμένο μάλιστα φεστιβάλ δε διστάζει να βραβεύει τις πιο προκλητικές ταινίες που διαγωνίζονται. Έτσι, τα φιλμ που φέτος δίχασαν είτε για το σοκ που προσφέρουν είτε για τους πειραματισμούς τους και ως εκ τούτου αποκτούν ένα προβάδισμα, είναι τα Antichrist του Trierκαι EntertheVoidτου Noe.
- Ας μην ξεχνάμε όμως τη σημαντική υποχρέωση που βαρύνει όλα τα κινηματογραφικά βραβεία: την ανταπόδοση για παλαιότερες αδικίες. Φέτος έχουμε αρκετούς που στριμώχνονται στην ουρά: ο Resnaisπου διαγωνίζεται για όλη την παραγνωρισμένη από τις Κάννες nouvellevague, ο Almodovarπου λατρεύεται όσο λίγοι στο συγκεκριμένο φεστιβάλ αλλά φοίνικα έχει δει μόνο από μακριά και ο Hanekeπου δε θα αντέξουμε να τον δούμε να φεύγει πάλι με άδεια χέρια ενώ εκπροσωπεί την καλύτερη ταινία. Σε μικρότερο βαθμό ας προσθέσουμε τα ονόματα των Bellochioκαι Park.
- Τέλος, ας θυμηθούμε τη σημασία της κριτικής επιτροπής. Ο Scorseseδε θα έφτιαχνε ποτέ την Αιωνιότητα και μια Μέρα, ο Bessonδε θα σκεφτόταν ποτέ να κάνει κάτι σαν το DancerintheDark, ο Tarantinoέχει σχέση με το σινεμά του MichaelMooreόση ο Bresson με τις λατινοαμερικάνικες σειρές του Star και ο KarWaiκινείται σε τελείως άλλα χωράφια από εκείνα όπου ο Άνεμος χορεύει το κριθάρι. Έτσι, με φετινή πρόεδρο την συνεργάτιδα και φίλη του Haneke, IsabelleHuppert, ο Αυστριακός θα μείνει μάλλον με άδεια χέρια. Αντίθετα, ο Almodovar, η Arnold, ίσως και ο Suleiman, θα πρέπει να νιώθουν πιο άνετα.
Ιδού οι προβλέψεις μου (σε παρένθεση η δεύτερη επιλογή μου για κάθε κατηγορία):
Ένας Ταϊβανέζος σκηνοθέτης γυρίζει μία ταινία για τον μύθο της Σαλώμης στο Λούβρο. Αν και ο ίδιος δεν μιλάει ούτε αγγλικά ούτε γαλλικά, επιμένει να δώσει τον ρόλο του Ηρώδη στον εμβληματικό Γάλλο ηθοποιό Jean-Pierre Léaud. Προκειμένου η ταινία να έχει εμπορικές προοπτικές, η παραγωγή απαιτεί ο ρόλος της Σαλώμης να δοθεί σε ένα γνωστό μοντέλο. Μόλις όμως αρχίζουν τα γυρίσματα, έρχονται και τα προβλήματα.
Ο πιο προκλητικός της βασικής τριάδας του Ταϊβανέζικου Νέου Κύματος (οι άλλοι δύο είναι ο HouHsiaoHsienκαι ο πρόσφατα εκλιπών EdwardYang) επιστρέφει στο διαγωνιστικό των Καννών οκτώ χρόνια μετά το WhatTimeIsThere?. Η σύνοψη μας προϊδεάζει για μια εμπνευσμένη ιδέα, με το χιούμορ να αποκτάει πρωταγωνιστικό ρόλο και να γεμίζει τα μακράς διάρκειας πλάνα του Liang. Το ίδιο το σινεμά συνιστά σταθερά σε ένα φιλμ που μοιάζει με φόρο τιμής στον Truffaut, ενώ δε λείπουν και οι αναφορές σε μοτίβα από προηγούμενες ταινίες του Ασιάτη στιλίστα. Ο Liangχαρακτήρισε την ταινία αυτή ως δώρο από τον ουρανό, καθώς του έδωσε την ευκαιρία να δουλέψει με τις ομορφότερες και καλύτερες Γαλλίδες ηθοποιούς, ενώ ομολόγησε ότι από τη στιγμή που είδε το τελευταίο πλάνο από τα 400 Coups, ήταν αποφασισμένος να κινηματογραφήσει το πρόσωπο του Léaud. Δυστυχώς, η κριτική αντίδραση απέναντι στο Face είναι μάλλον μουδιασμένη και φαίνεται πως ούτε τώρα ο αγαπητός σκηνοθέτης δεν έκανε την ταινία που θα κέρδιζε όσους δεν είναι δηλωμένοι οπαδοί του. Πιθανότατα αυτό θα του κοστίσει και τη βραδιά των βραβείων, αλλά εμείς περιμένουμε ανυπόμονα μια ταινία που μυρίζει από …χιλιόμετρα ένοχη απόλαυση.
Map of the Sounds of Tokyo τηςIsabel Coixet
Μια γυναίκα που την ημέρα δουλεύει στη ψαραγορά του Τόκυο και το βράδυ ως πληρωμένος εκτελεστής, ερωτεύεται τον Ισπανό άντρα που έχει αναλάβει να δολοφονήσει.
Η IsabelCoixetμας έχει συνηθίσει στα χαμηλόφωνα, συγκρατημένα αλλά και μάλλον σφιγμένα ανθρώπινα δράματα που σπανίως ξεπερνούν τους εγγενείς περιορισμούς της εκάστοτε ιστορίας που σκαρφίζεται η Καταλανή σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Παρά την υποσχόμενη σύνοψη και τον ευρηματικό τίτλο, το νέο της φιλμ μοιάζει να υποφέρει από τα ίδια προβλήματα και να μην εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες για ένα ατμοσφαιρικό noir στους υγρούς δρόμους της ιαπωνικής μητρόπολης. Οι περισσότεροι κριτικοί στάθηκαν στη καλογυαλισμένη φωτογραφία που δεν καταφέρνει να προσθέσει βάθος σε μια κενή ταινία.
Η Marguerite είναι μία ανύπαντρη οδοντίατρος με χόμπι να οδηγεί αεροπλάνα. Μια μέρα σαν όλες τις άλλες χάνει την τσάντα της. Αυτή καταλήγει στα χέρια του ιδιοσυγκρασιακού Georges ο οποίος, παρά το ότι είναι παντρεμένος με δυο παιδιά, εντυπωσιάζεται από τη φωτογραφία της και προσπαθεί να την εντοπίσει.
Είκοσι χρόνια μετά την τελευταία του εμφάνιση στο φεστιβάλ, ο μεγάλος Γάλλος auteur δηλώνει και πάλι δυναμικά το παρόν στο διαγωνιστικό τμήμα. Η νέα του ταινία είναι βασισμένη στο βιβλίο του Christian Gailly, L'incident, που ο σκηνοθέτης χαρακτήρισε ως ένα μυθιστόρημα που θέτει πολλά ερωτήματα χωρίς να νοιάζεται για απαντήσεις – αυτή είναι και η κατευθυντήρια γραμμή που ακολούθησε στην ταινία του. Ξεκινώντας από το μικρό περιστατικό της απώλειας ενός πορτοφολιού, ο Resnais οδηγεί μεθοδικά τους χαρακτήρες του σε μια δίνη ρομαντισμού, χιούμορ αλλά και μελαγχολίας. Ο τρόπους που συνδέονται οι παράλληλες ιστορίες θυμίζει το πρόσφατο Coeurs, αλλά αυτή τη φορά η αφήγηση είναι πιο ελεύθερη. Στη συνέντευξη τύπου συνόδεψαν τον Resnais οι βασικοί ηθοποιοί της ταινίας, με την Anne Consigny να δηλώνει ερωτευμένη με τον σκηνοθέτη της, ενώ για την Emmanuelle Devos η συνεργασία μαζί του ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Τον χαρακτήρισε ως έναν μάγο με την μοναδική ικανότητα να εφευρίσκει σκηνές στη στιγμή. Ο σπουδαίος σκηνοθέτης αποδέχτηκε την επιρροή από το θέατρο του παραλόγου ομολογώντας την λατρεία του για τον Beckett, ενώ δε δίστασε να παραδεχτεί ότι το σινεμά αλλάζει και οι πηγές του δράματος είναι όλο και πιο εκτεταμένες και έντονες, όπως άλλωστε και στη ζωή μας. Με τις κριτικές να είναι θερμές και με το εξωφρενικό γεγονός ότι ένας εκ των σημαντικότερων δημιουργών στην ιστορία του κινηματογράφου έχει κερδίσει μόλις ένα μεγάλο βραβείο (Mon Oncle D’ Amerique – 1980), το Les Herbes Folles δεν αποκλείεται να κάνει την έκπληξη στην κούρσα για τον φοίνικα. 21 Μαΐου
Das Weisse Band του Michael Haneke
Βρισκόμαστε στο 1913, σε ένα αγροτικό σχολείο στη Βόρεια Γερμανία. Μια σειρά από περίεργα συμβάντα λαμβάνουν χώρα που θυμίζουν τελετουργική τιμωρία. Τι σημαίνουν όλα αυτά και ποιος είναι ο ρόλος αυτού του ιδιόρρυθμου εκπαιδευτικού συστήματος στην άνοδο του φασισμού;
Είναι μοναδική η ικανότητα του Haneke να εκθέτει το κοινό του φέρνοντας στην επιφάνεια τις ενοχές και όλα όσα κρύβει καλά στις πιο σκοτεινές γωνίες της συνείδησής του. Και η θέση του θεατή γίνεται ακόμα πιο άβολη από τη ψυχρή, κλινική ματιά του Αυστριακού που έκανε για άλλη μια φορά κάποιους κριτικούς να είναι επιφυλακτικοί απέναντι στη νέα του ταινία. Όμως, οι περισσότεροι υποκλίθηκαν στην ευφυΐα και στην ικανότητα ενός καλλιτέχνη – φιλοσόφου να παραδίδει μία ακόμα ταινία – γροθιά στο στομάχι και ένα δοκίμιο πάνω στην πραγματική φύση του ανθρώπου και τις συνέπειές της σε συλλογικό επίπεδο. Το The White Ribbon είναι η πιο μεγάλη σε διάρκεια ταινία του Haneke (γύρω στις δυόμιση ώρες) και για πρώτη φορά ασχολείται με μια πληθώρα χαρακτήρων. Η πλούσια και άκρως προσεγμένη αφήγηση θυμίζει μια διασταύρωση του Code Inconnu με το σινεμά του Bergman, ενώ η εκθαμβωτική ασπρόμαυρη φωτογραφία εντείνει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα όπου η βία έρχεται αυτή τη φορά από τα μέσα. Πιθανότατα πρόκειται για την καλύτερη ταινία του φετινού φεστιβάλ, αλλά ας θυμηθούμε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό για τον Haneke ούτε το 2005 όταν, σε μια εγκληματική απόφαση της κριτικής επιτροπής, το Cache έμεινε με το βραβείο (παρηγοριά;) της σκηνοθεσίας. À L'Origine του Xavier Giannoli
Η αληθινή ιστορία ενός άρτι αποφυλακισθέντα μικροκακοποιού που εμφανίζεται σε μια μικρή βιομηχανική γαλλική πόλη προσποιούμενος τον διευθυντή κατασκευαστικής εταιρείας με σχέδιο την δημιουργία ενός μεγάλου κεντρικού δρόμου. Καθώς αναμειγνύεται με τους κατοίκους, η ερωτική του περιπέτεια με τη χήρα δήμαρχο της πόλης περιπλέκει την κατάσταση.
Ο Giannoli κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα για την μικρού μήκους ταινία L’ Interview το 1998, ενώ το À L'Origine είναι η δεύτερη συνεχόμενη ταινία του που διαγωνίζεται στις Κάννες. Σε μια πρώτη όψη πρόκειται για ένα μείγμα από genres – από τον κοινωνικό ρεαλισμό μέχρι τα crime dramas. Η μεγάλη διάρκεια της ταινίας δίχασε τους κριτικούς, οι οποίοι όμως έσπευσαν να επαινέσουν τις πρωταγωνιστικές ερμηνείες των Francois Cluzet και Emmanuelle Devos καθώς και την μοναδική ικανότητα του Giannoli να κινείται ανάμεσα στις μικρές ανθρώπινες ιστορίες και τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας. Η ταινία αποτέλεσε μια μικρή έκπληξη, αλλά η βράβευσή της με τον Φοίνικα μοιάζει απίθανη. 22 Μαΐου
The Time that Remains του Elia Suleiman
Πρόκειται για μια αυτοβιογραφική ταινία που επικεντρώνεται στους γονείς του σκηνοθέτη από τη Ναζαρέτ του 1948 μέχρι τις μέρες μας. Το ημερολόγιο του πατέρα του και τα γράμματα που του έστελνε η μητέρα του αποτέλεσαν την πηγή για την ταινία.
Πέρασαν εφτά χρόνια από την τελευταία ταινία του Suleiman, Yadon Ilaheyya, που είχε φύγει από τις Κάννες με το βραβείο της Επιτροπής και το βραβείο FIPRESCI. Ο Παλαιστίνιος δημιουργός ερμηνεύει τον εαυτό του, όπως συχνά αρέσκεται, και σκιαγραφεί την αντίστροφη πορεία που αυτός και ο πατέρας του ακολούθησαν παράλληλα με τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ και την συνεχιζόμενη διαμάχη του εβραϊκού με τον αραβικό πληθυσμό. Η ταινία διακρίνεται για την τεχνική της αρτιότητα, αλλά και τις γενναιόδωρες δόσεις χιούμορ αλά Tati σε ένα θέμα εξορισμού βαρύ. Άφησε πολύ καλές εντυπώσεις και πρέπει να υπολογίζεται ως έναν σοβαρό outsider.
Enter the Void του Gaspar Noe
O Oscar, ένας νεαρός έμπορος ναρκωτικών, σκοτώνεται στο Τόκιο για να επιστρέψει ως φάντασμα προκειμένου να προσέχει την αδελφή του. Την προηγούμενη φορά που ο Noe βρέθηκε στις Κάννες, έγινε το επίκεντρο όλων των συζητήσεων με το σοκ του Irreversible. Αυτή τη φορά, αν και οι προκλητικές σκηνές δεν έλειψαν, οι κριτικοί στάθηκαν περισσότερο στην σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του και στην πειραματική του διάθεση με την κάμερα. Άλλωστε, ο στόχος του δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητος: να εικονογραφήσει την μεταθανάτια πορεία ενός νεαρού άντρα. Η χρήση της υποκειμενικής κάμερας στα σκοτεινά μέρη του Τόκιο εντυπωσιάζει σε ένα φιλμ – ταξίδι που ο ίδιος ο Noe περιγράφει ως ψυχεδελικό μελόδραμα. Οι κριτικοί δεν πτοήθηκαν από το σχηματικό των χαρακτήρων και δημιούργησαν ένα άκρως θετικό κλίμα για το σχεδόν τρίωρο έπος του Γάλλου προβοκάτορα – καλλιτέχνη εν όψει της βραδιάς των βραβείων.
Στην κατεχόμενη Γαλλία, φτάνει μια ομάδα Αμερικανών στρατιωτών, γνωστοί ως Basterds, με μοναδικό σκοπό να εξολοθρεύσουν όσους περισσότερους Ναζί μπορούν. Παράλληλα, η ShosannaDreyfus, μια έφηβη γαλλοεβραϊκής καταγωγής, έχει θέσει ως σκοπό ζωής να σκοτώσει τον αξιωματικό των κατεχόμενων δυνάμεων, HansLanda, ο οποίος και δολοφόνησε ενώπιόν της τους γονείς της.
Ίσως η πλέον αναμενόμενη ταινία του φεστιβάλ προβλήθηκε την Τετάρτη 20 Μαΐου και η κρουαζέτ έλαμψε από την παρουσία του πολυάριθμου και διεθνούς cast. Αυτό που παρουσίασε ο επιδραστικός Αμερικανός σκηνοθέτης είναι μια ταινία για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την εικονογραφία ενός spaghettiwestern. Όπως εξήγησε ο ίδιος, τα δύο είδη μοιράζονται μια noman’slandκινηματογραφική αισθητική όπου ο θάνατος παραμονεύει παντού. Ο Tarantinoθυμάται μία δήλωση του Leoneο οποίος ήθελε να γυρίσει μια ταινία για την μάχη του Στάλινγκραντ. Αυτή ήταν όμως μόνο η αφορμή για να στήσει ένα ακόμα σινεφιλικό πανηγύρι, χωρίς πολλές δόσεις ρεαλισμού και ιστορικής ακρίβειας – αρκεί να αναφέρουμε πως το ίδιο το σινεμά αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατατρόπωση του Γ’ Ράιχ. Ωστόσο, σε αυτό το μυθοπλαστικό περιβάλλον, ο Tarantinoεπέμεινε σε ένα βασικό ρεαλιστικό στοιχείο: το διεθνές castμε τον καθένα να μιλάει στην μητρική του γλώσσα (ήδη οι Αμερικανοί κριτικοί γκρινιάζουν για τους υπότιτλους που χρησιμοποιούνται σχεδόν στη μισή ταινία). Εκτός από αισθητικούς λόγους, ο σκηνοθέτης τόνισε πως η διάλεκτος και η δυνατότητα επικοινωνίας που έχει ο καθένας σε συνθήκες πολέμου και κατασκοπείας είναι ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Άλλωστε, οι πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει μιλούν για χαρακτήρες που ο καθένας έχει διπλό ρόλο και τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται.
Στη συνέντευξη τύπου του InglouriousBasterds έγινε το αδιαχώρητο (η δεύτερη φορά που συμβαίνει αυτό φέτος μετά την ταινία του Almodovar), ωστόσο ήταν εμφανής η έλλειψη ενθουσιασμού από την μεριά των κριτικών. Οι δύο γυναίκες, η αξιολάτρευτη MelanieLaurent και DianeKruger, επαινέθηκαν για τις δυναμικές ερμηνείες τους, ωστόσο όλοι υποκλίθηκαν στον Αυστριακό ChristophWaltz στο ρόλο του στρατηγού HansLanda. Ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Tarantino που ξεκαθάρισε πως αν δεν έβρισκε τον Waltz, δε θα είχε κάνει την ταινία για να λάβει έναν συγκινητικό ασπασμό από τον ηθοποιό του εκείνη την ώρα (το περιστατικό επαναλήφθηκε στη συνέχεια με τον DanielBrühl). Η Kruger χαρακτήρισε την εμπειρία της συμμετοχής της στην ταινία ως ό,τι καλύτερο έχει συμβεί μέχρι στιγμής στην καριέρα της, ενώ στάθηκε στο γεγονός ότι ο Tarantino λατρεύει τους ηθοποιούς του και ειδικότερα τις γυναίκες που ενσαρκώνουν δυναμικούς ρόλους. Η Laurent ευχαρίστησε τον σκηνοθέτη για τα ειδικά κινηματογραφικά μαθήματα που τους προσέφερε με τις προβολές παλαιότερων ταινιών προκειμένου να εισέλθουν ευκολότερα στην εποχή. Μοντέλο για τις δύο γυναίκες ήταν η ουγγρικής καταγωγής ηθοποιός, Ilona Massey, της οποίας ο Tarantinoδήλωσε φανατικός οπαδός. Ταυτόχρονα, ξεκαθάρισε πως είναι ο μεγαλύτερος οπαδός της Huppert και δεν υπάρχει καμία κακία ανάμεσά τους που να επηρεάζει τις πιθανότητες βράβευσης της ταινίας (η Γαλλίδα ηθοποιός και πρόεδρος της κριτικής επιτροπής επρόκειτο να συμμετέχει στην ταινία, αλλά τελικά δεν τα βρήκε με τον σκηνοθέτη). Τις αρχικές χλιαρές ανταποκρίσεις ακολούθησαν κάποιες περισσότερος υποστηρικτικές κριτικές, ωστόσο το σαφές μήνυμα που προκύπτει είναι ότι φέτος δε θα είναι η χρονιά του Tarantino. Ανεξάρτητα αν τελικά πρόκειται για το αριστούργημα που υποσχέθηκε ο δημιουργός του ή αν έχουν βάση τα σχόλια για έναν εμφανώς ντεφορμαρισμένο και επαναλαμβανόμενο δείγμα των γνώριμων ταραντινικών τεχνικών, δύσκολα το InglouriousBasterdsθα δηλώσει παρόν τη βραδιά των βραβείων – με μια μικρή επιφύλαξη για την ερμηνεία του Waltz.
Η ταινία αφηγείται τη σχετικά άγνωστη (ακόμα και στην Ιταλία) ιστορία της IdaDalser. Από την παθιασμένη ερωτική της σχέση με τον νεαρό BenitoMussolini, τον υποτιθέμενο γάμο τους -για τον οποίο δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα αποδείξεις- και το παιδί που έφερε στη ζωή, μέχρι την απόγνωσή της όταν ο μετέπειτα δικτάτορας την αποκηρύσσει και τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρικό άσυλο.
Στην έκτη του παρουσία στο διαγωνιστικό τμήμα των Καννών, ο Bellochioπαραδίδει μια ταινία δυναμική, οπερατική, γεμάτη από τα όλα τα μοτίβα της φιλμογραφίας του: ο αγώνας κατά του ολοκληρωτισμού, η θρησκεία, το άσυλα. Ο ίδιος μιλάει για ένα συγκρατημένο μελόδραμα που ακολουθεί την τραγική πορεία μιας γυναίκας η οποία ερωτεύτηκε παράφορα και αγωνίστηκε μόνη της απέναντι σε έναν ισχυρότατο πολιτικό άντρα. Το Vincere(ο τίτλος σημαίνει «νικάω» και ήταν ένα από τα βασικά σλόγκαν του Mussolini) δε συνιστά μια πολιτική ανάλυση, αλλά το πορτρέτο της Idaόπως το φέρνει στη ζωή η λαμπερή GiovannaMezzogiorno. Η ηθοποιός θέλησε να ξεκαθαρίσει πως δεν πρόκειται για μια περίπτωση τρέλας, αλλά για μια ιστορία αδικίας. Η ηρωίδα της δεν είχε συγκεκριμένες πολιτικές τοποθετήσεις, ακολουθούσε όμως τυφλά τον άντρα που αγαπούσε (τον οποίο βλέπουμε να αλλάζει ιδεολογία κατά τη διάρκεια της ταινίας). Όταν όμως εκείνος προσπαθεί να την περιθωριοποιήσει, εκείνη αρνείται. Από μία άποψη πρόκειται για μια γυναίκα μοντέρνα - δε δίστασε να γράψει σε πολλές διάσημες προσωπικότητες της χώρας για να ζητήσει την αναγνώριση του γάμου της. Όμως όσο δυναμική και αποφασιστική να παρουσιάζεται η Ida, η Mezzogiornoομολογεί πως πρόκειται για μία κατά βάθος αφελή γυναίκα, έρμαιο του παθιασμένου της έρωτα για τον λάθος άντρα.
Η σχέση ανάμεσα στην Idaκαι τον Benitoήταν δυνατή, αλλά πολύ σύντομη και αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά δύσκολης περιόδου για τον δικτάτορα. Ο FilippoTirniπου τον ενσαρκώνει, είναι ένας θεατρικός ηθοποιός στον πρώτο του πρωταγωνιστικό κινηματογραφικό ρόλο. Ομολόγησε τη δυσκολία του να «μπει» στη θέση ενός προσώπου που δε συμπαθεί καθόλου, αλλά στη συνέχεια αποδείχτηκε εξίσου δύσκολο το να βγει από το ρόλο. Προσπάθησε σκληρά να παρουσιάσει την ανθρώπινη πλευρά μιας διάσημης ιστορικής μορφής. αν και ο Mussoliniπου ερμηνεύει βρίσκεται σε πιο νεαρή ηλικία από εκείνον που σκιαγραφούν τα ιστορικά έγγραφα και ντοκουμέντα. Πρόκειται για έναν εξαιρετικά φιλόδοξο άντρα που δε δίστασε να θυσιάσει την προσωπική του ζωή για τις πολιτικές του επιδιώξεις – άλλωστε και ο ίδιος ήταν ερωτευμένος με την Ida. Οι δύο πρωταγωνιστικές ερμηνείες έχουν συγκεντρώσει όλη την προσοχή, αν και δεν είναι λίγες οι ενθουσιώδεις κριτικές για το συνολικό φιλμ. Δεδομένου ότι οι φετινές Κάννες ακόμα περιμένουν την μεγάλη ταινία, καθώς και το ότι ο Bellochioέχει να θυμάται από τις πολυάριθμες παρουσίες στο φεστιβάλ μόνο ένα Οικουμενικό Βραβείο, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τις πιθανότητες του Vincere για το Φοίνικα. Η Mezzogiornoπάντως κατεβαίνει ως το μεγάλο φαβορί στην κατηγορία της γυναικείας ερμηνείας.
Los Abrazos Rotos τουPedro Almodovar
Ο Mateo, σκηνοθέτης, χάνει την όρασή του και μαζί τον έρωτα της ζωής (Lena) του σε ένα τραγικό ατύχημα. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, έχει πλέον υιοθετήσει νέα ταυτότητα, με το όνομα HarryCaine, και μακριά από όλους γράφει σενάρια. Πείθει τον εκατομμυριούχο Martelνα του χρηματοδοτήσει την νέα ταινία του, αφού ο δεύτερος θέτει ως όρο να πρωταγωνιστήσει η ερωμένη του. Και αυτή «τυγχάνει» να είναι η Lena.
Η πολύπλοκη σύνοψη στέκει ως υπενθύμιση για τα όσα μας περιμένουν με τις «σπασμένες αγκαλιές». Ένα ακόμα neo-noirπαιχνίδι του Almodovarπάνω στην έννοια της ταυτότητας μέσα από τη φόρμα ενός πολύχρωμου μελοδράματος και με ασταμάτητες σινεφιλικές αναφορές. Το εύρημα της ταινίας μέσα στην ταινία φαντάζει γοητευτικό, ωστόσο όλοι συμφώνησαν ότι η πρώτη μοιάζει με επανεκτέλεση του «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσεως». Και αν η ιστορία συνολικά φέρνει στο νου περισσότερο την Κακή Εκπαίδευση (μια από τις καλύτερες στιγμές του σκηνοθέτη κατά την προσωπική μου άποψη), σύσσωμη η κριτική κοινότητα έρχεται να ξεκαθαρίσει ότι το LosAbrazosRotosείναι η πιο επιφανειακή ταινία του Almodovar. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν άρεσε ή, ακόμα περισσότερο, ότι δεν ενθουσίασε αρκετούς. Ο Ισπανός δημιουργός λατρεύεται στις Κάννες, όπου συμμετέχει για τέταρτη φορά στο διαγωνιστικό τμήμα. Έχει κερδίσει το βραβείο σκηνοθεσίας και το Οικουμενικό Βραβείο για το TodoSobreMiMadre, ενώ το Volverκατέκτησε το βραβείο σεναρίου και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας για το σύνολο του θηλυκού castεκείνης της ταινίας, συμπεριλαμβανομένης της φετινής πρωταγωνίστριάς του, Penelope Cruz. Ο Χρυσός Φοίνικας λείπει από το παλμαρέ και οι Κάννες γνωρίζουν καλά πως του το χρωστάνε περισσότερο από τον καθένα. Έστω και αν ο Pedroξεκαθάρισε ότι δεν ενδιαφέρεται για τα βραβεία και σκοπεύει ήδη να φύγει την Παρασκευή από τις Κάννες. Έστω και αν η νέα του ταινία μοιάζει με αναμάσημα του προηγούμενου έργου του. Το LosAbrazosRotosείναι μια ερωτική ιστορία εμπνευσμένη από τη δεκαετία του ’50, στιλιστικά υπέροχη, με ένα σενάριο γοητευτικό (στην επιφάνειά του τουλάχιστον) και με ερμηνείες που ήδη αποθεώνονται. Η PenelopeCruzμοιάζει να βρίσκεται σε φοβερή φόρμα, έστω και αν δύσκολα θα κάνει το repeatμετά την αντίστοιχη βράβευση για το Volver. Η ηθοποιός, που έλαμψε στην κρουαζέτ, μελέτησε για τις ανάγκες του ρόλου την IngridBergmanκατόπιν οδηγίας του Almodovar, και ειδικά το ViaggioinItalia (1954) του Rossellini. Ωστόσο, στις σκηνές που έφτασαν σε μας, φέρνει περισσότερο στο νου την AudreyHepburn. Η ταινία κυκλοφόρησε στην Ισπανία πριν από τις Κάννες και αντιμετωπίστηκε με χλιαρό τρόπο από τους κριτικούς. Αυτό μοιάζει να είναι και ένα από τα ελάχιστα μειονεκτήματα του Almodovar στην πορεία του για το φοίνικα. Είναι το μεγάλο φαβορί.